Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ

Ειρήνη Ριζάκη, Οι «γράφουσες» Ελληνίδες, Σημειώσεις για τη γυναικεία Λογιοσύνη του 19ου αιώνα
Εκδόσεις Κατάρτι, 2007, σελ. 332.

Η Ειρήνη Ριζάκη με το βιβλίο της Οι «γράφουσες» Ελληνίδες, το οποίο αποτελεί την επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής της διατριβής, έχει ως βασικό στόχο να αναδείξει τις πρώτες συγγραφικές προσπάθειες των γυναικών, στo πλαίσιο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας του 19ου αιώνα στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια διεξοδική μελέτη, με την οποία ο αναγνώστης μπορεί να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, εξερευνώντας έτσι τον δύσβατο δρόμο που διάβηκαν οι Ελληνίδες συγγραφείς μέχρι να αναγνωριστεί το δικαίωμα και η αξία τους στη γραφή και την έκφραση.

Στα ίχνη των λόγιων γυναικών

Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα παρουσιάζεται μεγάλο ενδιαφέρον εκ μέρους του γυναικείου φύλου για την ανάγνωση των μυθιστορημάτων. Αυτή η ενασχόληση θεωρήθηκε κατακριτέα από τους άνδρες, οι οποίοι πίστευαν ότι «δηλητηριάζει την ψυχή των γυναικών», εμποδίζοντας έτσι τα συζυγικά και μητρικά καθήκοντά τους. Παρ’ όλα ταύτα, αν και πολλοί λόγιοι διακήρυτταν συνεχώς πόσο επιβλαβής μπορεί να αποβεί αυτή η ασχολία, το γυναικείο αναγνωστικό κοινό όχι μόνο δεν πτοήθηκε, αλλά όλο και αυξανόταν. Στα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίζονται μάλιστα και οι πρώτες ποιήτριες, πεζογράφοι και μεταφράστριες.
Ακόμη αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι η συνεισφορά του γυναικείου περιοδικού Τύπου της εποχής ήταν πολύ σημαντική. Για παράδειγμα αξιόλογη ήταν η προσφορά της Εφημερίδος των κυριών, της οποίας εκδότρια υπήρξε η Καλλιρόη Παρρέν. Η συγκεκριμένη εφημερίδα δεν ενθάρρυνε απλώς τις λόγιες γυναίκες να ασχολούνται με τη γραφή και τη λογοτεχνία, αλλά παράλληλα αποτέλεσε για αυτές ένα βήμα έκφρασης. Ακόμα διοργάνωνε συχνά διαγωνισμούς ποίησης, μυθιστορήματος και διηγήματος, όπου η ανταπόκριση του γυναικείου πληθυσμού υπήρξε μεγάλη.
Ωστόσο, εάν αναλογιστούμε ότι τότε η συγγραφική δραστηριότητα ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών, κατανοούμε τις μεγάλες δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα λοιπόν προσπαθούσαν να πείσουν το ανδρικό φύλο ότι η σχέση τους με τη γραφή δεν κλονίζει την οικογενειακή και συζυγική ευτυχία. Όταν μάλιστα οι λόγιες Ελληνίδες επιχείρησαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα από τον ιδιωτικό στον δημόσιο χώρο, τα εμπόδια διπλασιάστηκαν και η κριτική των ανδρών έγινε ακόμη πιο αυστηρή.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης δημοσιεύει στην εφημερίδα Ακρόπολιν, τον Απρίλιο του 1896, την εξής χαρακτηριστική δήλωση: «Αίσθημα, πνεύμα, όνυχες και αιχμηρά γλώσσα είναι η μόνη αρμόζουσα εις γυναίκα πανοπλία, ενώ μόνο γελοία δύναται να την καταστήσει πάσα απόπειρα μεγαληγορίας ή επιδείξεως γρόνθου». Από αυτή την άποψη και μόνο είναι φανερό ότι οι διανοούμενοι της εποχής δεν επέτρεπαν στις γράφουσες να έχουν καμία ισοτιμία στην έκφραση, ενώ οι ίδιοι μπορούσαν βέβαια ανενόχλητοι να εντρυφούν σε κάθε συγγραφικό θέμα.



Υπερνικώντας τα εμπόδια

Η ανάδειξη της γυναικείας λογιοσύνης του 19ου αιώνα είναι το θέμα λοιπόν που επεξεργάστηκε σχολαστικά η Ειρήνη Ριζάκη. Οι πλούσιες υποσημειώσεις, που αφορούν ξένη και ελληνική βιβλιογραφία, τεκμηριώνουν όσα στοιχεία αναφέρονται σε κάθε σελίδα. Η παράθεση πολλών αποσπασμάτων από άρθρα της εποχής, αλλά και η καταγραφή του ονομαστικού καταλόγου της γυναικείας βιβλιοπαραγωγής του 19ου αιώνα, υποδεικνύουν αναμφίβολα τη συστηματική έρευνα, στην οποία βασίστηκε η συγγραφέας για να γράψει το βιβλίο της. Μέσα από το έργο της μπορούμε να αντιληφθούμε τον αγώνα που έδωσαν οι γυναίκες με σκοπό να κερδίσουν μια ανεμπόδιστη συγγραφική ενασχόληση, αλλά και να αποδείξουν ότι η αξία της γραφής δεν καθορίζεται από το φύλο του ανθρώπου.
Πολλοί από τους διανοούμενους της εποχής συνιστούσαν στις γυναίκες να περιορίζονται στο ερασιτεχνικό γράψιμο, ενώ δεν παρέλειπαν να υπενθυμίζουν σ’ αυτές ότι βασική τους έγνοια είναι προπάντων οι οικιακές ασχολίες και όχι τα γράμματα. Υποστήριζαν ακόμα ότι, ως καλές σύζυγοι, όφειλαν να εξασφαλίζουν τις κατάλληλες συνθήκες μέσα στο σπίτι, ώστε να μπορούν εκείνοι να αφοσιώνονται στα συγγράμματά τους. Αυτή η συνεχής αμφισβήτηση των δυνατοτήτων της γυναίκας δηλώνει έντονα τις συντηρητικές αντιλήψεις μιας αυστηρά φαλλοκρατικής κοινωνίας. Φανερώνει επίσης την αθεράπευτα υπεροπτική στάση των μορφωμένων ανδρών, οι οποίοι, αντί να χρησιμοποιήσουν την πνευματική τους καλλιέργεια για να οδηγήσουν το ασθενές φύλο στην πρόοδο, περιορίστηκαν στο να κατακρίνουν την κάθε του προσπάθεια.
Στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζονται πολλά δημοσιεύματα, στα οποία προσδιορίζεται από άνδρες συγγραφείς ο τύπος της λόγιας δεσποινίδος: «ολίγον μύωψ, ολίγον διοπτροφόρος ενίοτε, αφηρημένη συνήθως, έστιν ότε ολίγον κυφή, ολίγον νευροπαθής, ολίγον έξαλλος. Το φόρεμά της είναι ακανόνιστον ως ρήμα ανώμαλον. Του αφήνει αδιαφόρως τόσας ρυτίδας και κοιλότητας, όσας δεν έχει η προτομή του μακαρίτου Κοραή…». Κάπως έτσι λοιπόν φαντάζονταν τις γράφουσες: άκομψες, ρυτιδωμένες, χωρίς ίχνος θηλυκότητας και καλαισθησίας. Μάλιστα απέδωσαν σ’ αυτές και ανδροπρεπή χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα μεγάλο κεφάλι και ανδρικό ντύσιμο, ολοκληρώνοντας έτσι την αξιογέλαστη απεικόνισή τους. Οι λόγιοι λοιπόν δεν δίστασαν να δημοσιεύσουν όλα αυτά τα κακεντρεχή σχόλια σε εφημερίδες και περιοδικά. Κανείς όμως από όλους αυτούς δεν θα πίστευε ότι ο αγώνας, που έδωσαν κάποτε οι γυναίκες συγγραφείς, θα ήταν απλώς η αρχή της χειραφέτησής τους και ότι οι προσπάθειές τους θα απέδιδαν στην συνέχεια καρπούς.
Στον 21ο αιώνα, οι γυναίκες είναι πια ενεργά μέλη της κοινωνίας, που έχουν μάθει να αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους στην μόρφωση και να διεκδικούν μια θέση σε κάθε επαγγελματικό τομέα που τους ενδιαφέρει. Δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνες τις γυναίκες, που ζούσαν κάποτε περιορισμένες στον οικιακό χώρο και αποκλεισμένες από τις εκδηλώσεις της δημόσιας δράσης. Το ποσοστό του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα του 1879, που έφτανε το 93% για το θηλυκό γένος, είναι αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα. Η σύγχρονη Ελληνίδα είναι πλέον και πολιτικός και δικηγόρος και γιατρός, αλλά και συγγραφέας. Έχει κερδίσει επάξια τη θέση της στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Αποδεικνύει καθημερινά ότι μπορεί να είναι επιτυχημένη επαγγελματίας και εξίσου επιτυχημένη σύζυγος και μητέρα.

Μαριλένα Αντωνιάδου

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Νίκη Μαραγκού, Ο δαίμων της πορνείας
Εκδόσεις Μελάνι, 2007, σελ. 147.

Η Νίκη Μαραγκού δίνει έμφαση στην καθημερινότητα μέσα από τη συλλογή των διηγημάτων Ο δαίμων της πορνείας. Παρουσιάζει συχνά τους ήρωές της αντιμέτωπους με τους προσωπικούς τους «δαίμονες», φανερώνοντας έτσι τις αδυναμίες και τα πάθη τους. Ακόμη επικεντρώνει την προσοχή της στο γυναικείο φύλο, θέλοντας ν’ αναδείξει τη μοίρα του στην παλαιότερη και στη σύγχρονη εποχή. Επιπλέον προβάλλεται η κατεχόμενη πλευρά της Κύπρου, που αποτελεί τον τόπο καταγωγής της συγγραφέως.
Το ζήτημα όμως είναι κατά πόσο η πεζογράφος κατάφερε να αναπτύξει τα θέματα των διηγημάτων της. Στην προκειμένη περίπτωση δεν θα έλεγα ότι αναπτύχθηκαν επαρκώς, αφού τα γεγονότα παρατίθενται συχνά σαν απλές σημειώσεις, κάτι που καθιστά τα κείμενα κάπως ρηχά, στερημένα από παλμό και ζωντάνια. Κατά την γνώμη μου, η Νίκη Μαραγκού επεξεργάζεται καλύτερα τα κείμενα που αφορούν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αφού σε αυτά διακρίνεται τουλάχιστον κάποια ευαισθησία.

Άδοξο τέλος
Ο Αντρέας φοβόταν τόσο πολύ τον πατέρα του, τον Στέλιο, ώστε κάθε φορά που τον έβλεπε του έπεφτε το ποτήρι από τα χέρια. Από παιδί πάσχιζε να τον ευχαριστήσει με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά οι προσπάθειές του δεν ήταν αρκετές. Ο Στέλιος συμπεριφερόταν σκληρά τόσο στον γιο του, όσο και στη γυναίκα του Σοφία. Όταν ο Αντρέας ενηλικιώθηκε έφυγε για το Λονδίνο. Στα πέντε χρόνια έστειλε μόνο μία κάρτα στους γονείς του, πληροφορώντας τους ότι είναι καλά και ότι έχει παντρευτεί. Η Σοφία, θέλοντας να ξαναδεί τον γιο της, έπεισε τον σύζυγό της να του γράψει ένα γράμμα ζητώντας του να γυρίσει πίσω.
Ο Αντρέας επέστρεψε τελικά μαζί με την Μάρθα, την Πολωνέζα σύζυγό του, και την μικρή τους κόρη. Από τότε ο Στέλιος άρχισε να βλέπει ερωτικά την γυναίκα του γιου του. Τα βράδια τον ταλάνιζαν οι σκέψεις, καθώς φανταζόταν το καλλίγραμμο κορμί της στα χέρια του. Μια μέρα λοιπόν την κάλεσε να πάνε βόλτα στη θάλασσα. Η Μάρθα δέχτηκε την πρόσκληση. Η εξόρμησή τους όμως έληξε άδοξα, αφού ο Στέλιος τυφλωμένος από έρωτα όρμησε κατά πάνω της. Η κοπέλα φοβισμένη τον έσπρωξε με όλη την δύναμή της, με αποτέλεσμα εκείνος να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Αφού πέρασαν 40 μέρες μετά τον θάνατο του Στέλιου, η οικογένειά του γιόρτασε τα πρώτα γενέθλια της μικρής Σοφίας.
Η παραπάνω ιστορία αφορά το διήγημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο της Νίκης Μαραγκού. Θα έλεγα λοιπόν ότι το τέλος του συγκεκριμένου διηγήματος με έχει εκπλήξει αρνητικά. Η συγγραφέας δεν παρουσιάζει τον οικογενειακό περίγυρο του Στέλιου να θρηνεί ή τουλάχιστον να σοκάρεται για τον θάνατό του, αλλά να γιορτάζει τα γενέθλια της μικρής Σοφίας. Πουθενά δεν παρεμβάλλεται έστω ένα σημείο που να φανερώνει τον πόνο της οικογένειάς του, όπως άλλωστε συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Αντίθετα η σύζυγος και ο γιος του Στέλιου αντιμετωπίζουν τον θάνατό του αδιάφορα, αφού ανεπηρέαστοι συνεχίζουν τη ζωή τους. Η συγγραφέας λοιπόν δείχνει τους συγγενείς του, όχι μόνο να μην στεναχωριούνται, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται να ανακουφίζονται κιόλας, πράγμα που θεωρώ ηθικά απαράδεκτο.


Με φόντο την κατεχόμενη πλευρά της Κύπρου

Ένα πολιτικό θέμα που απασχολεί την Νίκη Μαραγκού στο βιβλίο της είναι οι αγνοούμενοι της Κύπρου, οι οποίοι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974. Ο πόνος που βιώνουν ακόμα και σήμερα οι συγγενείς των αγνοουμένων είναι εμφανής στα διηγήματα, όπως επίσης και η μελαγχολική διάθεση της συγγραφέως, η οποία προβάλλεται όταν η πεζογράφος αναπολεί όμορφες στιγμές από τα παιδικά της χρόνια στην κατεχόμενη Αμμόχωστο (π.χ «Σκυλί αγνοούμενο», «Θάλασσα» και «Μεσημέρι»).
Ακόμη στο διήγημα «Δι’ εσόπτρου» παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο πρόσφυγα να χαρίζει ένα βιβλίο σε μια κοπέλα, στο οποίο είχε καταγράψει όλες τις κατεχόμενες περιοχές του νησιού, ενώ παράλληλα στο εξώφυλλο είχε σημειώσει τη φράση «Δεν ξεχνώ», που αποτελεί σύνθημα αφύπνισης για την νεολαία της Κύπρου. Ο συγκεκριμένος ήρωας λοιπόν θέλει να παροτρύνει τους νέους να μην λησμονήσουν το τουρκοκρατούμενο τμήμα του νησιού και μην πάψουν ποτέ να αγωνίζονται για αυτό, πράγμα που επιβεβαιώνεται άλλωστε, όταν ο ίδιος δικαιολογεί την πράξη του λέγοντας: «Το έγραψα για να θυμούνται οι νέοι». Την ίδια επιθυμία θα έλεγα ότι συμμερίζονται όλοι οι πρόσφυγες της Κύπρου.
Επίσης εντόπισα στο διήγημα «M/S Βεργίνα» τα παρακάτω λόγια, τα οποία αναδεικνύουν έμμεσα ένα από τα αίτια που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή: «Τους έχει φάει η σοβαροφάνεια στην Κύπρο, όλο business (…) μπας και χάσουν, μωρέ τα ετοιμάζουν να τα βρουν οι Τουρκαλάδες, όπως βρήκαν τ’ άλλα, ούτε από ’κει δεν έμαθαν». Ο ήρωας λοιπόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στους συμπατριώτες του, υπογραμμίζοντας ότι η προσκόλληση στον ευδαιμονισμό και στις προσπάθειες για οικονομική υπερεκμετάλλευση του νησιού τυφλώνει, όπως τύφλωσε και τότε, λίγο πριν την εισβολή, με αποτέλεσμα κανείς να μην πάρει χαμπάρι τα σημάδια των καιρών, τα οποία προειδοποιούσαν για την δυσάρεστη έκβαση που ακολούθησε. Η άποψη αυτή είναι πιθανόν να εκφράζει μία μερίδα των Κυπρίων, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αντιπροσωπεύει και την συγγραφέα. Ο ήρωας πάντως καταλογίζει μερίδιο ευθύνης στους Κύπριους για τη σημερινή κατάσταση του νησιού, κάτι που αναπόφευκτα μου θύμισε το εξής ποιητικό δίστιχο του Κώστα Μόντη: «Μούντζωσέ μας, Πενταδάκτυλε ακριβέ, έτσι π’ αφήσαμε τόσο άφρονα να τουρκοπατηθείς».
Θα έλεγα λοιπόν ότι η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και όλα τα δεινά που είχε αυτή, όπως οι πρόσφυγες, οι αγνοούμενοι, αλλά και οι αντιπαραθέσεις που προέκυψαν ανάμεσα στους Κύπριους, σχετικά με το ποσοστό ευθύνης που οι ίδιοι φέρουν για όσα τραγικά έγιναν στο νησί, είναι τα βασικά θέματα που επέλεξε να αναδείξει. Το εθνικό πρόβλημα δεν θα μπορούσε άλλωστε να την άφηνε ασυγκίνητη, γιατί εξακολουθεί να αποτελεί φλέγον ζήτημα για την κυπριακή πραγματικότητα, αφού δεν έχει βρεθεί ακόμη η λύση που θα διασφαλίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα των νόμιμων κατοίκων του νησιού, τα οποία καταπατήθηκαν βάναυσα από τον Τούρκο εισβολέα.
Γενικά η συγγραφέας πραγματεύεται ιστορίες που αναδεικνύουν άλλοτε τη χαρμολύπη της καθημερινότητας και άλλοτε το δράμα της διαιρεμένης γενέτειράς της. Δεν θα έλεγα όμως ότι τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε είναι ιδιαίτερα δουλεμένα. Θα μπορούσαν ίσως να αξιοποιηθούν καλύτερα, εάν η Νίκη Μαραγκού δεν είχε την τάση να τα καταγράφει με τρόπο που να θυμίζουν περισσότερο σενάρια, παρά διηγήματα. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι μερικά διηγήματα έχουν κάποιο ενδιαφέρον, που δεν έγκειται τόσο ως προς την πρωτοτυπία των θεμάτων, όσο στον τρόπο που προβάλλονται μέσα από αυτά οι ανθρώπινες σχέσεις. Άλλωστε πάντα υπάρχει ένας τρόπος να προβάλεις κάτι καινούριο, ακόμη και μέσα στα πιο δουλεμένα πλαίσια. Το διήγημα λοιπόν που θα έλεγα ότι μου άρεσε περισσότερο είναι το «Στο Κάβο Γκρέκο», όπου μια από τις ηρωίδες θυμάται την παιδική της ηλικία, όταν η γιαγιά της προσπαθούσε να της μάθει τα μυστικά του κεντήματος, αλλά η ίδια αδιαφορούσε, αφού πίστευε ότι αυτή είναι «δουλεία για γιαγιάδες». Κατόπιν όμως παραδέχεται πως, όταν βρισκόταν στο Βερολίνο για σπουδές, σε μια στιγμή που είχε ανάγκη να κάνει κάτι δημιουργικό, άρχισε να μαθαίνει βελονάκι από βιβλία. Τότε ήταν που αναγνώρισε την αξία, την οποία μικρή δυσκολευόταν να κατανοήσει, στα λόγια της γιαγιάς της που πάντα τόνιζε σε αυτήν ότι «Το θέμα είναι να μην σου φύγει ο πόντος». Αυτό λοιπόν έχει σημασία, ο πόντος, αυτή η μικρή λεπτομέρεια που όμως δίνει χάρη και γοητεία στο καθετί, στο κέντημα, στην γραφή,

Μαριλένα Αντωνιάδου

ΗΡΩΕΣ ΣΤΑ ΓΡΑΝΑΖΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΤΕΙΡΟΤΗΤΑΣ

Μαρία Φακίνου, Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 252.

Σε μια φανταστική πόλη οι ήρωες μοιάζουν με πιόνια στα χέρια μιας μυστηριώδους συγγραφέως, αφού ακολουθούν τυφλά την άλλοτε καταρρέουσα κι άλλοτε ανακάμπτουσα λογοτεχνική της σύλληψη. Επιλέγοντας τη μεταμοντέρνα πεζογραφία, η Μαρία Φακίνου συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η συγγραφική ενασχόληση μιας παράξενης γυναίκας, που προβάλλεται μέσα από τρεις διαφορετικές, εκ πρώτης όψεως, ιστορίες.

Μια περίεργη συγκατοίκηση

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται ο ηλικιωμένος λόρδος Ματαντόρ, ο οποίος έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή στη συγγραφή του βιβλίου του Τα διάσημα τελευταία λόγια. Ένα πρωινό δέχεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια απρόσμενη επίσκεψη από τον Θεό, ο οποίος τον ενημερώνει ότι τα πάντα στη ζωή του ήταν προκαθορισμένα, ακόμη και το καλοδουλεμένο έργο του. Απογοητευμένος λοιπόν που το έργο του δεν προέκυψε από δική του βούληση, αναλογίζεται τις χαρές της καθημερινότητας που παραγκώνισε για να επικεντρωθεί στον στόχο του. Ο εγγονός του λόρδου, ο Καρλ, είναι ένας νέος που αναζητά την αγάπη, αλλά τελικά αρκείται σε πρόσκαιρες ερωτικές απολαύσεις. Όταν συναντά την Φάνυ, την κλεπτομανή κόρη της οικονόμου του λόρδου, θυμάται την αποτυχημένη ερωτική συνεύρεση που είχαν κάποτε ως έφηβοι. Παρ’ όλο που ο Καρλ πιστεύει ότι στο πρόσωπό της βρήκε αυτό που έψαχνε, οι προσδοκίες του έπειτα διαψεύδονται. Το πρώτο μέρος τελειώνει με μια απρόσμενη σεισμική δόνηση, χωρίς να διευκρινίζεταιτι απέγιναν οι ήρωες.
Στο μικρότερο σε έκταση δεύτερο μέρος, κεντρικό πρόσωπο είναι η Άννα Μπένγιαμιν, η οποία, μετά από μια αποτυχημένη ερωτική σχέση, αποφασίζει να μετακομίσει στην μονοκατοικία της οδού Γκούσταβ Μάλερ, όπου διέμενε προηγουμένως ο λόρδος Ματαντόρ. Εκεί συγκατοικεί με δύο άλλες γυναίκες, την συγγραφέα Νίνα Λέμπερ και την κόρη της Αλίκη. Σ’αυτό το σημείο της αφήγησης ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι όλοι οι ήρωες, που έχω αναφέρει μέχρι στιγμής, αποτελούν λογοτεχνικά κατασκευάσματα της Νίνας Λέμπερ (κυρία Ν.). Η Άννα και η Αλίκη είναι ατυχείς ηρωίδες, αφού η δημιουργός τους, σε μια περίοδο συγγραφικής στειρότητας, αφήνει τις ιστορίες τους ημιτελείς. Όλα όμως αλλάζουν, όταν ξαφνικά οι δύο κοπέλες απαιτούν από τη συγγραφέα να αναδημιουργήσει τους χαρακτήρες τους σε μια καινούργια ιστορία.

Έτσι περνάμε στο τρίτο μέρος όπου οι παραπάνω ηρωίδες, με νέα προσωπεία, παρουσιάζονται να διανύουν την καλοκαιρινή περίοδο σ’ ένα ξενοδοχείο. Η σχέση μητέρας και κόρης, όπως προβάλλεται στη συγκεκριμένη ιστορία, είναι εμφανώς ανταγωνιστική. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τις δύο γυναίκες να επιστρέφουν στο σπίτι της κυρίας Ν., δηλαδή στις σελίδες που πρωταγωνιστούν, όπου συναντούν τους υπόλοιπους ήρωες.

Χαμένη στην ανάπτυξη

Και στις τρεις ιστορίες ο φανταστικός κόσμος συγχέεται με τον πραγματικό κι έτσι οι ήρωες παρουσιάζονται να ζουν σε μια ευμετάβλητη καθημερινότητα, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και ταυτόχρονα να ανατραπούν. Ακόμη σε κάποια σημεία, κυρίως του πρώτου μέρους, η άλλοτε τριτοπρόσωπη κι άλλοτε πρωτοπρόσωπη αφήγηση κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, κάτι που φαίνεται μέσα από τις σκέψεις των πρωταγωνιστών. Τέτοια τεχνάσματα θα μπορούσαν να γοητεύσουν τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον στα πλοκάμια της μυθοπλασίας, αλλά τελικά μένουν ανεκμετάλλευτα, αφού επισκιάζονται από κάποια προβλήματα.
Καταρχήν το χαλαρό στήσιμο των αφηγηματικών εναλλαγών δεν προάγει σχεδόν καθόλου την δράση, δυσκολεύοντας την ανάδειξη της υπόγειας σύνδεσης των τριών ιστοριών. Εφόσον πρόκειται για σπονδυλωτό μυθιστόρημα, οι ιστορίες θα έπρεπε να αλληλοσυμπληρώνονται, πράγμα που η συγγραφέας δεν κατάφερε να αποδώσει επιτυχώς. Έτσι το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, ενώ είχε καλές προδιαγραφές, δεν εξελίσσεται, το δεύτερο μένει ημιτελές και το τρίτο φαίνεται να είναι απλώς ασύνδετο με τα υπόλοιπα.

Επίσης οι φλύαρες περιγραφές ασυνάρτητων ιστοριών, που παρεμβάλλονται στα κεφάλαια, αλλοιώνουν την μυθοπλασία και δύσκολα εξισορροπούνται με την κεντρική υπόθεση. Για παράδειγμα η συγγραφέας διακόπτει την αφήγηση του πρώτου μέρους για να περιγράψει τη ζωή ενός κηπουρού, ο οποίος είναι φανταστικός ήρωας στο βιβλίο που γράφει ο λόρδος Ματαντόρ. Η ιστορία αυτή είναι τόσο πληκτική, όσο και η καθημερινότητα του συγκεκριμένου ήρωα. Διερωτάται λοιπόν κανείς ποια είναι η σκοπιμότητά αυτής της εξιστόρησης, αφού δεν συνδέεται με το πρώτο μέρος, ούτε εξυπηρετεί την εξέλιξή του.

Έπειτα οι πρωταγωνιστές μένουν σε μια στάσιμη κατάσταση, διότι η συγγραφέας επικεντρώνεται στο να παρουσιάσει λεπτομερώς τα προσωπικά τους ζητήματα, αντί να εξελίξει τις ιστορίες τους. Θα μπορούσαμε ίσως να ισχυριστούμε ότι αυτή η στασιμότητα είναι ένας τρόπος ανάδειξης της κλονισμένης συγγραφικής έμπνευσης της κυρίας Ν., την οποία η Μαρία Φακίνου καθιστά φανερή στο δεύτερο μέρος. Δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε ότι αυτό ισχύει και για τα δύο άλλα μέρη, επειδή, παρ’ όλο που σε αυτά η φαντασία της Νίνας Λέμπερ ανακάμπτει, εξακολουθούν να υπάρχουν τα ίδια προβλήματα που ανέφερα προηγουμένως.
Το βασικό ζήτημα του μυθιστορήματος, δηλαδή οι διακυμάνσεις μέσα από τις οποίες διέρχεται η έμπνευση της κυρίας Ν., παραγκωνίζεται από τάση της Μαρίας Φακίνου να εστιάζει σε δευτερεύοντα θέματα. Κατά την γνώμη μου, θα έπρεπε να δώσει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο η Νίνα Λέμπερ ταλαντεύεται ανάμεσα στην κατάρρευση και την ανάκαμψη του συγγραφικού της οίστρου, παρά να αναλύει διάφορες καταστάσεις που βιώνουν οι υπόλοιποι ήρωες, οι οποίες εν τέλει επισκιάζουν την κεντρική ιδέα.

Θα έλεγα λοιπόν ότι το θέμα είναι ενδιαφέρον, αλλά τελικά υστερεί στην ανάπτυξή του. Ενδεχομένως ένας έμπειρος συγγραφέας να το αξιοποιούσε καλύτερα. Η λογοτεχνική ωρίμανση αποτελεί άλλωστε μια διαδικασία που απαιτεί μόχθο, συνεχή δοκιμασία και μελέτη. Όλα αυτά είναι πολύτιμα εφόδια για κάθε συγγραφέα, πόσο μάλλον για τους πρωτοεμφανιζόμενους που φιλοδοξούν να αποδείξουν στο αναγνωστικό κοινό το συγγραφικό τους ταλέντο.

Μαριλένα Αντωνιάδου

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Νίκος Καζαντζάκης, ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο ιδεολόγος
Επιμέλεια: Γιώργος Ζεβελάκης
Εκδόσεις Ελευθεροτυπία, 2007, Σελ. 168

Νίκος Καζαντζάκης, ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο ιδεολόγος: ένας ακόμα αφιερωματικός τόμος για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του κρητικού συγγραφέα. Ο Γιώργος Ζεβελάκης, αναλαμβάνοντας την επιμέλεια αυτού του τόμου, επιχειρεί να φέρει στο φως «άγνωστες μαρτυρίες και ντοκουμέντα» (όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο), που αφορούν την πολύπτυχη ζωή και ιδεολογία του Νίκου Καζαντζάκη. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα πλούσιο αφιέρωμα, το οποίο περιέχει αυτοβιογραφικά κείμενα και προσωπικές ενθυμήσεις του κρητικού συγγραφέα, αποσπάσματα επιστολών του, συνεντεύξεις, συνομιλίες του με πρόσωπα που τον γνώρισαν, κριτικές και μελέτες για το έργο του, αλλά και ένα χρονολόγιο της ζωής του.

Η πορεία προς την αναγνώριση

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στις πρώτες σελίδες του αφιερώματος, παρουσιάζει συνοπτικά τα έργα, την ιδεολογία και την ζωή του Ν. Καζαντζάκη. Εύλογα τονίζει ότι ο κρητικός συγγραφέας γίνεται πολύ γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κυρίως χάρη στα μεταπολεμικά του μυθιστορήματα. Παράλληλα χαρακτηρίζει την διανοητική διαδρομή του δημοτικιστή λογοτέχνη «ξέφρενη», καθώς περιλαμβάνει, πολλές φορές, αντιφατικές μεταξύ τους ιδεολογίες: εθνικισμό, φασισμό και νιτσεϊσμό, αλλά και έναν «αγιοπλαστικό κομμουνισμό», που αναμειγνύει τον Χριστό, τον Βούδα, τον Λένιν και τον προφητικό ποιητικό λόγο του Σικελιανού.
Αυτό όμως που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι το περιεχόμενο της αφήγησης του Γιάννη Μαγκλή. Ο τελευταίος, πιο συγκεκριμένα, αφήνει αιχμές για κάποιον συγγραφέα (δεν τον κατονομάζει), που είχε διαδώσει ότι στην Κατοχή ο Καζαντζάκης συνεργάστηκε με τους Γερμανούς με αποτέλεσμα να μην του λείψει τίποτα. Ο Μαγκλής με θέρμη διαψεύδει κάτι τέτοιο και τονίζει ότι ο συγγραφέας του Ζορμπά στην πραγματικότητα δεν είχε να φάει εκείνη την περίοδο. Επιπλέον παρουσιάζει τον λόγο που ο Καζαντζάκης δεν πήρε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1946, αν και ήταν ο βασικός υποψήφιος. Πιο συγκεκριμένα επισημαίνει ότι πολλοί Έλληνες έστειλαν τότε γράμματα στην σουηδική Ακαδημία και εξέφρασαν την επιθυμία τους να μην πάρει το βραβείο ο «προδότης» (λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων). Μάλιστα η Ακαδημία Ελλήνων έστειλε για δύο μήνες στην Σουηδία τον Σπύρο Μελά, με σκοπό να πείσει τους ακαδημαϊκούς να μη δώσουν το Νόμπελ στον κρητικό συγγραφέα.
Αξιοσημείωτες βέβαια είναι και οι πληροφορίες που μας δίνει ο εκδότης Γιάννης Γουδέλης, ο οποίος τονίζει ότι κατά την δεκαετία του ΄50 είχε απαγορευτεί να αναφέρεται το όνομα του Ν. Καζαντζάκη στο ραδιόφωνο και να γράφεται στα έντυπα. Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Παπάγος είχε χαρακτηρίσει «κόκκινο φίδι» τον Καζαντζάκη, ενώ ακόμα και ο δεξιός Ανδρέας Καραντώνης κλήθηκε σε απολογία όταν ανέφερε το όνομα του κρητικού λογοτέχνη. Όταν μάλιστα εκδόθηκε το μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954), το πετούσαν έξω από τα βιβλιοπωλεία, ενώ και ο ίδιος ο Γουδέλης απειλήθηκε με αφορισμό, επειδή δεν δέχτηκε να σταματήσει να εκδίδει έργα του Καζαντζάκη.
Επίσης άξια αναφοράς είναι και η άποψη του David Connoly. O Connoly αρχικά επισημαίνει ότι το καζαντζακικό έργο έχει αγαπηθεί πολύ στο εξωτερικό και δεν είναι τυχαίο ότι έχει μεταφραστεί σε σαράντα γλώσσες. Ωστόσο ορισμένες μεταφράσεις των έργων του κρητικού συγγραφέα δεν κρίνονται ικανοποιητικές, καθώς δεν έγιναν από το πρωτότυπο κείμενο αλλά από άλλες μεταφράσεις. Όμως παρ’ όλα τα προβλήματα των μεταφράσεων τα έργα του Καζαντζάκη γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Σ’ αυτό ίσως να βοήθησε και η υποψηφιότητα του τελευταίου για Νόμπελ (όχι μόνο μία φορά), το οποίο δεν κατάφερε να κερδίσει μόλις για μία ψήφο το 1952.

Μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο

Ο Ν. Καζαντζάκης, ενθυμούμενος τα παιδικά του χρόνια, αναφέρει ότι τέσσερα στοιχεία τον κυρίευσαν από μικρό: η γη, η θάλασσα, η γυναίκα και ο ουρανός. Όπως επισημαίνει, αυτά τα στοιχεία ενώθηκαν σε ένα όλον μέσα στην ψυχή του. Επίσης, στον πρόλογο του μυθιστορήματος Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, παρουσιάζει τα τέσσερα πρόσωπα που κατέκτησαν ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής του: ο Όμηρος, ο Μπερξόν, ο Νίτσε και ο Ζορμπάς. Ο Όμηρος λειτούργησε γι’ αυτόν σαν ένα μεγάλο μάτι που φωτίζει τα πάντα γύρω του. Ο Μπερξόν, λέει, τον απελευθέρωσε από τις νεανικές φιλοσοφικές του ανησυχίες. Ο Νίτσε τον έμαθε να μετουσιώνει την αβεβαιότητα, την πίκρα και την δυστυχία σε υπερηφάνεια. Τέλος ο Ζορμπάς τον έμαθε να παίζει με την ζωή και να μην φοβάται τον θάνατο.
Μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι απόψεις που εκφράζει ο κρητικός συγγραφέας στην συνομιλία του με τον Χρυσό Ευελπίδη το 1957. Πιο συγκεκριμένα χαρακτηρίζει την Οδύσσεια ως το πιο σημαντικό του έργο, με αμέσως επόμενο την μετάφραση της Ιλιάδας που έκανε με τον Ι. Κακριδή, ενώ εκφράζει και την πεποίθηση ότι η γλώσσα του θα αποτελέσει αργότερα την γλώσσα των σχολικών βιβλίων. Επιπλέον θεωρεί ότι ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με τον Ισπανό Χουάν Χιμένεθ είναι οι μεγαλύτεροι ποιητές του 20ού αιώνα. Παράλληλα λέει τα καλύτερα για τους Βάρναλη, Θεοτόκη, Μυριβήλη, Θεοτοκά, Σ. Μελά, Βενέζη, Πρεβελάκη κ.ά, κάτι που δεν κάνει για τον Καβάφη, για τον οποίο τονίζει: «Νομίζω όμως πως ο Καβάφης έκανε πολύ κακό στα ελληνικά γράμματα, δίνοντάς τους κατεύθυνση κουρασμένη και ντεκαντάντ, απαράδεκτη σε μια νέα λογοτεχνία, όπως η δικιά μας».
Τέλος αξίζει να παρατεθεί και η αντίληψη που φέρεται να είχε ο Ν. Καζαντζάκης για την γυναίκα, κάτι που αποκαλύπτεται μέσω του Ελευθέριου Πλατή. Ο συγγραφέας της Οδύσσειας των 33.333 στίχων, το 1945 ενώπιον του Πλατή, εξομολογήθηκε ότι έχει υψηλή ιδέα για την γυναίκα (άκουσον!), δίνοντας ως παράδειγμα την λαϊκή, όπως την χαρακτηρίζει, αγωνίστρια Ράλλα στην Οδύσσειά του.

Γνωρίζοντας τον Νίκο Καζαντζάκη

Ο τόμος Νίκος Καζαντζάκης, ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο ιδεολόγος θα πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ως ένα ιστορικό αφιέρωμα, το οποίο απευθύνεται κατά βάση σε ένα ευρύ κοινό. Κατά συνέπεια όσοι περιμένουν να γνωρίσουν τον «δημιουργό» Νίκο Καζαντζάκη, μέσω αυτού του τόμου, ενδεχομένως να απογοητευτούν. Γεγονός είναι ότι απουσιάζουν εκείνες οι φιλολογικές αναλύσεις που θα μπορούσαν να ρίξουν άπλετο φως και να εμβαθύνουν στην ομολογουμένως μυστικιστική τέχνη του κρητικού συγγραφέα. Παρ’ όλα αυτά είμαι βέβαιος ότι ακόμα και οι μυημένοι στην κοσμοθεωρία του Ν. Καζαντζάκη θα αντλήσουν πολλές πληροφορίες, που μέχρι στιγμής είχαν διαφύγει της προσοχής τους. Αυτό φυσικά οφείλεται στην αξιομνημόνευτη προσπάθεια του Γιώργου Ζεβελάκη, ο οποίος σίγουρα αφιέρωσε πολύ χρόνο για να συγκεντρώσει όλα αυτά τα κείμενα προς τιμή του κρητικού συγγραφέα και προς όφελος του αναγνωστικού κοινού.
Προσωπικά, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του εν λόγω αφιερωματικού τόμου, ένιωσα μια μεγάλη ευχαρίστηση. Ήμουν κι εγώ άλλος ένας αναγνώστης που κατάφερε να διεισδύσει στον κόσμο του Ν. Καζαντζάκη. Ο δυσπρόσιτος για μένα κρητικός συγγραφέας έγινε πια οικείος. Σαν σφουγγάρι απορρόφησα πολλές πληροφορίες που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστες: από τα παιδικά του χρόνια και τα πρώτα του συναισθήματα μέχρι τα τελευταία του λόγια και τον θάνατό του. Τώρα πια η εικόνα του δημιουργού της Ασκητικής είναι στο μυαλό μου πιο ζωντανή από άλλοτε. Έτσι δεν θα μπορούσα να μην παροτρύνω όλους όσοι επιθυμούν να έχουν μια ολοκληρωμένη άποψη για την ζωή και την ιδεολογία του Ν. Καζαντζάκη να διαβάσουν αυτό το έργο. Πρόκειται για ένα αξιόλογο αφιέρωμα που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, καθώς κρύβει μέσα του ένα θησαυρό πληροφοριών και εικόνων, ικανών να επαναφέρουν στη μνήμη την μορφή του συγγραφέα του Καπετάν Μιχάλη.

Στέφανος Κουλάκης

ΕΘΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Βαγγέλης Αυδίκος, Η κίτρινη ομπρέλα
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2007, Σελ. 234

Είναι ικανό ένα μυθιστόρημα να αποκαλύψει την πηγή της λογοτεχνικής δημιουργίας; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαντάζει δύσκολη. Ωστόσο ο Βαγγέλης Αυδίκος απαντά, μέσα από το μυθιστόρημά του Η Κίτρινη ομπρέλα, με άνεση και στιλ. Σ’ αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα παρουσιάζονται αριστοτεχνικά οι πειραματισμοί του συγγραφέα, ως προς την αναζήτηση και εύρεση λογοτεχνικού υλικού. Οι «πειραματισμοί» βέβαια δεν έλειψαν ούτε από την καριέρα του Β. Αυδίκου στον χώρο της εκπαίδευσης: εργάστηκε για μεγάλο διάστημα ως φιλόλογος, μετά ως νηπιαγωγός και στη συνέχεια δίδαξε ως Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Σήμερα είναι πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας - Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του θεσσαλικού Πανεπιστημίου.

Στο κυνήγι της ιδανικής ιστορίας

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία περιέχουν ιστορίες που τελικά συνδέουν τους ήρωες. Εκτός από την πολυφωνική, όπως θα δούμε παρακάτω, αφήγηση υπάρχουν και κάποιες εγκιβωτισμένες ιστορίες, που έχουν άμεση σχέση με την πλοκή του έργου.
Κάθε Σάββατο μια ιδιόρρυθμη αντρική παρέα συναντιέται σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας. Τα μέλη της παρέας συζητούν και ανταλλάσσουν ιστορίες δικές τους ή ιστορίες που έχουν ακούσει από άλλους. Σκοπός όλων αυτών των αφηγητών είναι η εξιστόρηση της καλύτερης ιστορίας.
Εκείνος που επιβάλλει τους κανονισμούς των σαββατιάτικων συναντήσεων είναι ο Αρχηγός. Ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και το αυστηρό του ύφος δεν αφήνει κανένα περιθώριο οικειότητας. Δεύτερος στην ιεραρχία και αντίζηλος του Αρχηγού είναι ο Εισαγγελέας, ο οποίος ονομάστηκε έτσι λόγω της «ηθικοπλαστικής του διάθεσης». Βέβαια, όπως αποδεικνύεται αργότερα, αυτό ήταν και το πραγματικό του επάγγελμα. Επίσης υπάρχει ο Περιπτεράς, ο οποίος διατηρεί ένα περίπτερο και αρέσκεται να ανταλλάσσει ιστορίες με τους πελάτες του. Στις συζητήσεις συμμετέχει και ο Καφετζής, κρητικός στην καταγωγή, κι έχει ως πηγή των ιστοριών του το καφενείο του. Ο ίδιος πιστεύει ότι θα πεθάνει αν τελειώσουν οι ιστορίες, καθώς αποτελούν όλη του την ζωή. Στις συναντήσεις λαμβάνει μέρος κι ένας τραβεστί-φιλόσοφος της ζωής, ο Παρδαλός, που περνάει τα βράδια του αναζητώντας πελατεία στην λεωφόρο Συγγρού. Πολλοί τον πληρώνουν όχι για να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του, αλλά για να κουβεντιάσουν και να ανταλλάξουν ιστορίες μεταξύ τους. Επίσης μέλος της παρέας και αποδεκτός από όλους είναι ο Κουρέας, του οποίου οι ιστορίες πηγάζουν από τις συζητήσεις των πελατών στο κουρείο του. Θέση στο τραπέζι των σαββατιάτικων συναντήσεων έχει κι ένας ξεχασμένος Συγγραφέας best-seller που προσπαθεί να γράψει ένα εντυπωσιακό έργο, για να επανέλθει στο προσκήνιο. Τέλος υπάρχει και ο Κλαψομανουράκιας, ένας δημοσιογράφος που ψάχνει τα κατάλληλα θέματα, ώστε να ανεβάσει τα ποσοστά τηλεθέασης της εκπομπής του.
Κυνηγημένοι από την ανία της καθημερινότητας, όλοι τους ζουν για το Σάββατο. Τις υπόλοιπες μέρες δίνουν τον αγώνα τους, ώστε να βρουν την ιστορία που θα προκαλέσει την έκπληξη στην συνάντηση του Σαββάτου. Μερικοί από αυτούς δείχνουν ικανοί να πατήσουν επί πτωμάτων για να φτάσουν στον στόχο τους: ο Αρχηγός, ο Εισαγγελέας, ο Κλαψομανουράκιας. Άλλοι πάλι διακρίνονται για την ψυχική τους αγνότητα: ο Καφετζής, ο Κουρέας, ο Παρδαλός.
Όλα τα παραπάνω πρόσωπα κατέχουν εξίσου σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα του Β. Αυδίκου. Αν έπρεπε όμως να ορίσουμε κάποιον ως κεντρικό ήρωα, αυτός θα ήταν ο Συγγραφέας. Ο Συγγραφέας επιδιώκει να γράψει το best-seller, αλλά πρέπει πρώτα να βρει την κατάλληλη ιστορία που θα αποτελέσει τον κορμό του έργου. Έτσι παρευρίσκεται στις συναντήσεις του Σαββάτου, επισκέπτεται γραφεία συνοικεσίων, διαβάζει στήλες γνωριμιών, ενώ συμμετέχει ακόμα και σε ένα ερωτικό τρίγωνο. Η κατάληξη όμως δεν είναι εκείνη που επιθυμεί. Η πρωταγωνίστρια του ερωτικού τριγώνου, η Κάθριν, κλέβει τις ιδέες του και εντέλει γράφει η ίδια ένα βιβλίο, το οποίο γίνεται best-seller.
Ένα Σάββατο η παρέα κλονίζεται, καθώς τα μέλη της έρχονται αντιμέτωποι με φοβερές αποκαλύψεις: πίσω από κάθε ιστορία που έχει ακουστεί στο τραπέζι των συναντήσεων, εμπλέκονται ορισμένοι από τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι αποδεικνύονται τελικά διπρόσωποι. Ανάμεσα σε αυτούς, και ο Αρχηγός. Αυτό προκαλεί διαπληκτισμούς και τίθεται πλέον θέμα αρχηγίας. Σιγά σιγά αποχωρούν ο Καφετζής, ο Κουρέας και ο Παρδαλός, καθώς, όπως αναφέρουν, δεν έκαναν τις φιλίες που αναζητούσαν παίρνοντας μέρος στις σαββατιάτικες συζητήσεις. Στην συνέχεια εισέρχονται μέσα στην καφετέρια πέντε άντρες με δερμάτινα, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Ομάδα για τα Δικαιώματα του Ανώνυμου Πολίτη, και επιτίθενται λεκτικά στα εναπομείναντα μέλη της παρέας για την κενοδοξία και την ιδιοτέλειά τους. Μαζί τους μπαίνουν και τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στις εγκιβωτισμένες ιστορίες (Κάθριν, Ιρένε κ.ά), ένας μετανάστης από την Αλβανία κι ένας ηλικιωμένος. Όλοι τους είναι θύματα της παρέας…

Ένα μυθιστόρημα-εικόνα της κοινωνίας

Οι κοινωνικές ανησυχίες του Β. Αυδίκου φαίνονται ξεκάθαρα στην Κίτρινη ομπρέλα. Τα κοινωνικά ζητήματα που θίγει είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Καταρχάς υπάρχει το ζήτημα της τρίτης ηλικίας, η οποία εμφανίζεται παραμελημένη. Αυτό παρουσιάζεται μέσα από τα λόγια του ηλικιωμένου, ο οποίος χαρακτηριστικά τονίζει ότι η τρίτη ηλικία είναι ανεπιθύμητη όχι μόνο από τους συγγενείς, αλλά ακόμα και στις ιστορίες του Σαββάτου.
Ο συγγραφέας επίσης εκφράζει τον προβληματισμό του για τον ρατσισμό που επικρατεί στις μέρες μας, κυρίως μέσω της συγκινητικής αφήγησης του αλβανού μετανάστη για τις δυσκολίες που έχει περάσει κατά την περίοδο παραμονής του στην Ελλάδα.
Ένα άλλο θέμα που φαίνεται να απασχολεί τον Β. Αυδίκο είναι η αποξένωση που παρατηρείται στις μεγαλουπόλεις. Στην Κίτρινη ομπρέλα προβάλλεται με ρεαλιστικό και ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο η εικόνα της σημερινής αστικής κοινωνίας: η δίψα για χρήμα και για διάκριση προκαλεί πολύ εύκολα την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου. Όλα θυσιάζονται στον βωμό του χρήματος και της εξουσίας. Ο άνθρωπος διακατέχεται από ζωώδη ένστικτα και υποβλέπει συνεχώς τον συνάνθρωπό του. Επιστροφή στον πρωτογονισμό; Μετάβαση σε ένα νέο είδος απολίτιστου πολιτισμού; Πιθανότατα. Γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι, αν και μέλη της κοινωνίας, συμπεριφέρονται αντικοινωνικά. Δεν μιλάνε, δεν νοιάζονται για τον άλλο, δεν ζουν. Απλώς υπάρχουν. Με λίγα λόγια μια απρόσωπη κοινωνία από άτομα και όχι πρόσωπα.

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου

Κλείνοντας το βιβλίο μάς μένει μια γλυκόπικρη γεύση αλλά και μια απογοήτευση. Η απογοήτευση θα απουσίαζε αν ο Β. Αυδίκος δεν προχωρούσε σε ένα τόσο ατυχές τέλος. Η εμφάνιση των πέντε αντρών με τα δερμάτινα ως από μηχανής θεών οδηγεί ναι μεν σε ένα απρόσμενο τέλος, ωστόσο αποτελεί υπερβολή, αφού θυμίζει εικόνα παρμένη από τις οθόνες των σινεμά.
Παρ’ όλα αυτά Η Κίτρινη ομπρέλα είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, καθώς αποτελεί μια πηγή ευχαρίστησης αλλά και διδαχής. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να μην μνημονευτεί η ειλικρινής προσπάθεια του Β. Αυδίκου να αποδώσει την προβληματική εικόνα της σημερινής κοινωνίας, μέσα από μια ασυνήθιστη αλλά ιδιαίτερα απολαυστική ιστορία. Μέσω αυτού του ευρηματικού έργου ο συγγραφέας αναδεικνύει την σπουδαιότητα των ιστοριών. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τις ιστορίες για να ξεχαστεί, να αποφύγει την ανία και να ξεπεράσει το άγχος που δημιουργεί η εποχή που ζούμε. Τελικά το καίριο ερώτημα που πλανάται είναι το εξής: μήπως «όλοι ζούμε με δανεικές ιστορίες»; Κι αν όχι, μήπως θα έπρεπε να ζούμε μ’ αυτές;

Στέφανος Κουλάκης

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΣΚΙΤΣΑ

Ντορίνα Παπαλιού, Γκάτερ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 2007, Σελ. 262

Ανεκπλήρωτοι έρωτες, έντονοι κοινωνικοί προβληματισμοί, πάθος για την τέχνη και δράση ενυπάρχουν στο αστυνομικό μυθιστόρημα Γκάτερ της Ντορίνας Παπαλιού. Έχοντας εκδώσει τέσσερα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία, την μελέτη Άκου μια ιστορία, που αναφέρεται στην παραδοσιακή τέχνη της προφορικής αφήγησης, και μία διατριβή στον Καραγκιόζη, αυτή την φορά η Παπαλιού δοκιμάζει τις ικανότητές της στην συγγραφή μυθιστορήματος.
Η συγγραφέας, δίνοντας στο μυθιστόρημά της έναν ευρηματικό και ελκυστικό τίτλο, όπως αποδεικνύεται αν διαβάσει κανείς το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου, επιχειρεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να εξάψει την φαντασία του αναγνωστικού κοινού. Πιο συγκεκριμένα στο εν λόγω εισαγωγικό σημείωμα αναφέρεται ότι γκάτερ είναι «μια αγγλική λέξη (gutter) που χρησιμοποιείται στη γλώσσα των δημιουργών των κόμικς και στα ελληνικά, για να δηλώσει το κενό ανάμεσα σε δυο διαδοχικές εικόνες. Είναι ο χώρος όπου ο αναγνώστης ενώνει νοηματικά το ένα πάνελ με το άλλο. Η ίδια λέξη στα αγγλικά σημαίνει χαντάκι, λούκι αλλά και το παραβατικό κοινωνικό περιθώριο, τον υπόκοσμο». Το ίδιο το μυθιστόρημα της Παπαλιού, όπως θα δούμε παρακάτω, δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του, αφού μπορεί να υποστηρίξει όλες τις παραπάνω ερμηνείες.

Αναζητώντας την λύση του μυστηρίου

Όλα ξεκινούν ένα βράδυ στην καφετέρια του «Τζίμη». Ο νεαρός σκιτσογράφος και πρωταγωνιστής της ιστορίας Αλέξανδρος Δαμιανός, λόγω της ανίας που του προκαλεί η συζήτηση της παρέας, σκιτσάρει έναν άγνωστο νέο απέναντί του. Δεν φαντάζεται όμως ότι το σκίτσο θα είναι η αρχή των προβλημάτων του, ούτε ότι ο ίδιος θα αποτελέσει τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα μιας εγκληματικής πράξης.
Δύο άντρες μπαίνουν στην καφετέρια και υπό την απειλή του όπλου βγάζουν τον νεαρό άντρα έξω, κάτι που αντιλαμβάνεται μόνο ο Αλέξανδρος. Βγαίνοντας έξω ο άγνωστος πετάει κρυφά προς το μέρος του Αλέξανδρου ένα σπιρτόκουτο. Μετά από λίγη ώρα εμφανίζεται στου «Τζίμη» ένας σαραντάρης γκριζομάλλης άντρας και φαίνεται να ψάχνει κάποιον. Όταν ο ήρωας επιστρέφει έντρομος στο σπίτι του ανακαλύπτει ότι μέσα στο σπιρτόκουτο βρίσκεται ένα φλασάκι υπολογιστή, το οποίο περιέχει ακατανόητες πληροφορίες. Αν και σοκαρισμένος με όσα είδε στην καφετέρια, παράλληλα σκέφτεται τα προσωπικά του προβλήματα. Δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την πρώην αγαπημένη του Ιζαμπέλλα, ενώ δεν μπορεί να ξεχάσει και τις κάκιστες σχέσεις που έχει με τους γονείς του.
Στην πορεία του να ανακαλύψει την ταυτότητα του αγνώστου επισκέπτεται το μπαρ όπου σύχναζε ο τελευταίος, τον χώρο εργασίας του αλλά και το διαμέρισμά του, το οποίο είχε παραβιαστεί. Εκεί βρίσκει ένα βιβλίο, που συνδέει τον άγνωστο νεαρό με μια πρόσφατα πεθαμένη φοιτήτρια της Ιατρικής, την Έλλη Πλουμή. Στην συνέχεια έρχεται στο φως, μέσω του τύπου, η δολοφονία εκείνου του νέου, του κομίστα Νίκου Μαυρίδη. Ο Αλέξανδρος παράλληλα μαθαίνει ότι η Έλλη εργαζόταν σε κλινική αποτοξίνωσης, όπου είχε υιοθετηθεί ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Στην ίδια κλινική είχε εισαχθεί ο αδερφός του Μαυρίδη, και αργότερα φαίνεται να πέθανε από καρδιακή προσβολή. Έπειτα ο ήρωας, αφού έρχεται σε επαφή με τον γκριζομάλλη άντρα, ο οποίος τελικά ήταν δημοσιογράφος και γνωστός του δολοφονημένου κομίστα, ανακαλύπτει ότι στην κλινική γινόταν χρήση πειραματικών φαρμάκων. Ο αδερφός του Μαυρίδη στην πραγματικότητα είχε πεθάνει από τις παρενέργειες των παράνομων φαρμάκων, και ο Νίκος μαζί με την Έλλη και τον δημοσιογράφο σκόπευαν να φέρουν στην επιφάνεια τα πειράματα της κλινικής. Το φλασάκι περιείχε όλα τα στοιχεία που θα αποδείκνυαν την παρανομία.
Στο τέλος ο Αλέξανδρος βρίσκεται κυνηγημένος από τους δύο απαγωγείς και δολοφόνους του Νίκου και, λίγο προτού επιχειρήσουν να τον σκοτώσουν, κάποιος εντελώς απρόσμενα τον σώζει. Ήταν ένας φίλος τού δημοσιογράφου, συνταξιούχος αστυνομικός, ο οποίος προσπαθούσε επίσης να λύσει το μυστήριο της δολοφονίας του Μαυρίδη.

Η εικόνα της σύγχρονης κοινωνίας

Η Ντορίνα Παπαλιού, μέσα από το μυθιστόρημά της, εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές της ανησυχίες. Καταρχάς θίγει το θέμα του ρατσισμού, πράγμα που αντιλαμβανόμαστε όταν ο Αλέξανδρος επισκέπτεται την πολυκατοικία του Μαυρίδη. Ήταν ένα σχεδόν ετοιμόρροπο κτίριο, όπου έμεναν στην πλειονότητά τους αλλοδαποί, όπως και σε ολόκληρη την γειτονιά. Χαρακτηριστική είναι η σκέψη του πρωταγωνιστή όταν βλέπει κάτι γραμμένο στο ασανσέρ: «Δεν αναγνώριζα καν το αλφάβητο για να πω σε ποιανής φυλής το γκέτο πέσαμε».
Επίσης παίρνει θέση στο μέγα και σοβαρό ζήτημα που έχει να κάνει με τις σχέσεις γονιών και παιδιών. Η συγγραφέας δείχνει να υπερασπίζεται τα «θέλω» των νέων και όχι τα «πρέπει» των γονιών. Θεωρεί ότι οι γονείς πρέπει να αφήνουν τα παιδιά να ασχοληθούν στην ζωή με ό,τι πραγματικά τους αρέσει και να μην τα πιέζουν με το επιχείρημα της οικονομικής αποκατάστασης.
Η Παπαλιού διεισδύει και στην σχέση πατέρα και γιου. Εκφράζει με μια δόση ειρωνείας τον προβληματισμό της ότι πολλές τέτοιες σχέσεις βασίζονται στο κοινό ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, και πιο συγκεκριμένα στο ποδόσφαιρο, κάτι που παρουσιάζεται μέσω των αντιλήψεων του ήρωα: «Σπουδαίο προτέρημα στην εποχή μας να κλοτσάς καλά την μπάλα. Πατεράδες και γιοι γίνονται ένα γύρω από το ποδόσφαιρο. (Τέτοιες χαρές δεν είχε με μένα ο πατέρας μου)».
Παράλληλα θέλει να επισημάνει την εξουσία και την επιρροή που ασκεί καθημερινά η τηλεόραση στην ζωή μας, πράγμα που παρατηρούμε επίσης από τις σκέψεις του Αλέξανδρου: «Κανείς δεν επιβιώνει στις μέρες μας χωρίς τι βι. Η τηλεόραση κυριαρχεί σε όλους τους χώρους. Οι περισσότεροι άνθρωποι -είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι- , είναι πια καλωδιωμένοι επί μονίμου βάσεως, καίγοντας το μυαλό τους στα ατελείωτα παράθυρα των ειδήσεων, στις κουτσομπολίστικες εκπομπές και στα φρικτά τηλεοπτικά σίριαλ».
Τέλος στο Γκάτερ υποδηλώνεται το ζήτημα της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Οι αδύναμοι γίνονται αντικείμενα στα χέρια των ισχυρών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι ναρκομανείς αποτελούν πειραματόζωα μεγάλης φαρμακοβιομηχανίας. Βέβαια, όσον αφορά το θέμα των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά, η συγγραφέας ουσιαστικά επιρρίπτει ευθύνες και στους συγγενείς, οι οποίοι μερικές φορές αδιαφορούν και εγκαταλείπουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, αντί να τους συμπαρασταθούν και να τα βοηθήσουν.

Ένα μυθιστόρημα υπερβολικής δράσης

Το Γκάτερ θα μπορούσε εύλογα να βρει μεγάλη απήχηση στους παθιασμένους αναγνώστες των κόμικς, καθώς πρόκειται για ένα βιβλίο με πολυάριθμες αναφορές σε αυτά. Μάλιστα δεν θα προκαλούσε έκπληξη αν το εν λόγω μυθιστόρημα αποτελούσε κόμικ, αφού δίνει την εντύπωση πολλών εικόνων ενωμένων μεταξύ τους. Η Ντορίνα Παπαλιού άλλωστε φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την συγκεκριμένη μορφή τέχνης.
Επίσης φανερή είναι και η πρόθεση της συγγραφέως να γράψει ένα ευπώλητο νεανικό μυθιστόρημα. Σίγουρα δεν λείπουν οι πλατειασμοί από την αφήγηση, ενώ και η υπόθεση θυμίζει αναμφίβολα ταινίες δράσης, όπου το βασικό συστατικό είναι το στοιχείο της υπερβολής. Αν μάλιστα το Γκάτερ ήταν ταινία ή ακόμα και κόμικ, πολύ πιθανόν να είχε αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό.
Και αν το Γκάτερ κατάφερε τελικά να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου, αυτό ίσως δεν οφείλεται τόσο στην υπόθεση και την πλοκή, όσο στον τρόπο παρουσίασης σημαντικών κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία δεν αφήνουν ασυγκίνητους τους νέους της εποχής μας. Όλα τα παραπάνω προβλήματα παρουσιάζονται μέσω ενός ανήλικου αλλά ιδιαίτερα ώριμου και ενεργητικού ήρωα. Μήπως όμως αυτό αναδεικνύει την σπουδαιότητα της νεολαίας; Άλλωστε οι νέοι δεν είναι αυτοί που με το πάθος και την ενεργητικότητά τους επιχειρούν να αλλάξουν τον κόσμο;

Στέφανος Κουλάκης

Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2009

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ

Δημήτρης Σωτάκης, Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 2007, Σελ. 229

Οι υπαρξιακές αναζητήσεις των ηρώων του Σωτάκη αποτελούν κυρίαρχο θεματικό μοτίβο στον μυθιστορηματικό του κόσμο. Το τέταρτο μυθιστόρημα του συγγραφέα δεν διαφέρει θεματικά από τα προηγούμενά του (Η πράσινη πόρτα, Η παραφωνία). Για παράδειγμα στην Παραφωνία ο ήρωας βιώνει έναν υπαρξιακό εφιάλτη. Στο Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι τίθενται υπαρξιακά ερωτήματα, των οποίων η απάντηση έχει άμεση σχέση με το καλαμπόκι.
Η υπόθεση του μυθιστορήματος του Σωτάκη έχει να κάνει, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, μ’ έναν άνθρωπο που έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο καλαμπόκι και στο πώς θα πείσει τους γύρω του για τις ζωτικής σημασίας, και όχι μόνο, ιδιότητες του εν λόγω δημητριακού. Αυτός ο σκοπός του παρουσιάζεται στον αναγνώστη με όρους ιεραποστολής. Ο ήρωας πιστεύει πως είναι ο εκπρόσωπος του καλαμποκιού στη γη και όσοι ενστερνίζονται τις θεωρίες του αποκαλούνται πιστοί.

Από την φιλοσοφία του καλαμποκιού στη Στωική φιλοσοφία

Η ιστορία ξεκινά με την παρουσίαση της στάσης ζωής και της καθημερινότητας του κεντρικού ήρωα από τον ίδιο, η οποία δεν μοιάζει ούτε στο ελάχιστο με των άλλων ανθρώπων. Ο ήρωας ζει απομονωμένος και οι επαφές του με τους γύρω του περιορίζονται στις μάταιες προσπάθειές του να τους πείσει για την αξία του καλαμποκιού. Ο αναγνώστης περισσότερο πείθεται για την αφοσίωση του ήρωα σ’ αυτό το αγαθό, παρά για την αξία του τελευταίου. Ο ίδιος ο ήρωας εξομολογείται πως τα επιχειρήματά του δεν είναι πειστικά, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές επινοεί ψεύτικα.
Κάποια στιγμή αποφασίζει να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο ταξίδι στο Μίτσελ της Νότιας Ντακόντας, για να επισκεφτεί το παλάτι του Καλαμποκιού. Εκεί εμπλέκεται σε διάφορες απρόσμενες και συχνά αλλόκοτες καταστάσεις, που είτε επιβραδύνουν την επίτευξη του στόχου του, τον οποίο στόχο ούτε ο ίδιος δεν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του, είτε την επιταχύνουν. Κάποιος άγνωστος προθυμοποιείται να τον φιλοξενήσει σπίτι του και τον κλειδώνει σε ένα δωμάτιο, χωρίς ωστόσο ο αναγνώστης να μαθαίνει ποτέ τις προθέσεις αυτού του κυρίου. Εντελώς συμπτωματικά ο ήρωας επισκέπτεται ένα παράξενο σπίτι, την Οικία Φάνιγκαν, όπου συναντά τέσσερις ιδιόρρυθμους ανθρώπους, οι οποίοι μένουν όλοι μαζί, και του προτείνουν να εγκατασταθεί μαζί τους. Ο ήρωας δέχεται και τους παρουσιάζει την κοσμοθεωρία του περί καλαμποκιού, που ενστερνίζονται χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλοι μαζί ψάχνουν να βρουν τρόπους για να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις τους περί καλαμποκιού. Τελικά ο ήρωας γράφει έναν λόγο γεμάτο πλαστά επιχειρήματα, τον οποίο εκφωνεί στο πανεπιστήμιο Γουέσλιεν. Η θεοποίηση του καλαμποκιού είναι πλέον γεγονός. Πλήθος ανθρώπων συγκεντρώνεται έξω από την Οικία Φάνιγκαν προσδοκώντας να συναντήσει τον εμπνευστή της νέας του θρησκείας. Ο κεντρικός ήρωας, παρατηρώντας το ευκολόπιστο πλήθος, αρχίζει σταδιακά να απομυθοποιεί το όνειρό του, που έγινε πραγματικότητα, και να αμφισβητεί την αξία του καλαμποκιού. Φεύγει λοιπόν από το Μίτσελ, επιστρέφει σπίτι του και αποστρέφεται καθετί από τον προηγούμενο τρόπο ζωής του, θεωρώντας πλέον την πρώην προσήλωσή του στο καλαμπόκι μάταιη.
Η νέα στάση ζωής του έχει στωικό χαρακτήρα. Ο ήρωας σταυρώνει υπομονετικά τα χέρια, εγκαταλείπεται στην απραξία και αφήνει την μοίρα να αποφασίσει για τη ζωή του. Παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω του, τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής τους και συνειδητοποιεί τη διαφορετικότητά του. Ο ήρωας, έχοντας βρει την ταυτότητά του, αποφασίζει να κάνει μια νέα αρχή προτείνοντας σε μια κοπέλα να δειπνήσουν μαζί. Κι εκεί που ο ήρωας κοντεύει να πείσει τον αναγνώστη για τη ριζική αλλαγή του, παρατηρεί στο δείπνο την σαλάτα, και συγκεκριμένα τις ροδέλες του κρεμμυδιού, για να αποφανθεί εντέλει πως «όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο κρεμμύδι».

Συμφύροντας το παραμύθι με την πραγματικότητα

Το τελευταίο βιβλίο του Σωτάκη αποτελεί ένα προσεχτικά δουλεμένο και εξαιρετικά πρωτότυπο μυθιστόρημα. Οι ζωγραφιές της Georgia Fambris, οι οποίες παρεμβάλλονται στις σελίδες, και οι παραπομπές που σχετίζονται με τοποθεσίες ή με επιπλέον πληροφορίες για το καλαμπόκι συμβάλλουν στην «αληθοφάνεια» αυτής της φανταστικής ιστορίας και αναδεικνύουν την έρευνα του συγγραφέα.
Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι διαθέτει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, λόγω του φανταστικού, του χιουμοριστικού και του αλληγορικού του στοιχείου. Το ύφος του κειμένου είναι άλλοτε σοβαροφανές, άλλοτε ειρωνικό και άλλοτε χιουμοριστικό. Ο συγγραφέας προβάλλει επίσης την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης δημιουργώντας έναν ήρωα συμπαθητικό, που έχει ωστόσο τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητές του. Το στοιχείο μάλιστα της αλλοκοτιάς το οποίο χαρακτηρίζει τον ήρωα είναι αυτό που δίνει μια ευχάριστη χιουμοριστική νότα στο μυθιστόρημα.
«Όσο και αν ακούγεται παράξενο, υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι το καλαμπόκι δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο». Μ’ αυτά τα λόγια ξεκινά το βιβλίο του Σωτάκη, με τα οποία ο συγγραφέας αφενός εκπλήσσει τον αναγνώστη και αφετέρου του φανερώνει τις συμβάσεις αυτού του φανταστικού μυθιστορήματος, που διέπεται από την ατμόσφαιρα του ονείρου και από την υπερβολή του παραμυθιού. Η υπερβολή κορυφώνεται με την Αγιοποίηση του Ντον, ενός από τους τέσσερις φίλους του κεντρικού ήρωα. Η Αγιοποίησή του συμβάλλει στην όξυνση του παράλογου και της αλλοκοτιάς που χαρακτηρίζουν όλο το μυθιστόρημα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το παρεκβατικό κεφάλαιο με τίτλο "Τα έντομα" που συνοψίζει τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ήρωα, ο οποίος πιστεύει πως οι άνθρωποι οφείλουν στα έντομα την ύπαρξή τους και την επικράτησή τους στον κόσμο έναντι των άλλων ειδών. Είναι ενδιαφέρον το πώς ο ήρωας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα έντομα.
Το τελευταίο βιβλίο του Σωτάκη είναι λοιπόν ένα αλληγορικό μυθιστόρημα με το οποίο ο συγγραφέας έμμεσα κρίνει τον σύγχρονο τρόπο ζωής, κατά τον οποίο οι άνθρωποι βρίσκονται συνεχώς σε υπερένταση κυνηγώντας χίμαιρες. Ο ήρωας του Σωτάκη τους παρατηρεί και γελάει. Ο συγγραφέας κρίνει επίσης την μάζα και την ανοχή της σε κάθε είδους χειραγώγηση. Ο κεντρικός ήρωας, κοιτάζοντας το ενθουσιώδες πλήθος των πιστών (ή καλύτερα των ευκολόπιστων), απογοητεύεται.
Στο τέλος βέβαια ο συγγραφέας σπεύδει να μάς καθησυχάσει κατά κάποιον τρόπο, ελαφραίνοντας ξανά την ατμόσφαιρα και δίνοντας την εντύπωση πως αυτό που μόλις διαβάσαμε δεν ήταν παρά μια καλοστημένη φάρσα.

Μαρία Άρχων